μοιρολατρικός

μοιρολατρικός
η , ό[ν] фаталистический;

μοιρολατρικός άνθρωπος — фаталист


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μοιρολατρικός" в других словарях:

  • μοιρολατρικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μοιρολατρία ή στον μοιραλάτρη 2. ως ουσ. ο μοιρολάτρης. Επιρρ. μοιρολατρικώς και ά με μοιρολατρικό τρόπο, με τυφλή πίστη ότι τα πάντα διέπονται από τη μοίρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μοιρολάτρης. Η λ. μαρτυρείται… …   Dictionary of Greek

  • μοιρολατρικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στη μοιρολατρία και το μοιρολάτρη: Οι μοιρολατρικές του αντιλήψεις τον κάνουν να τα βλέπει όλα αρνητικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πεθαίνω — και αποθαίνω 1. παύω να ζω, αποθνήσκω, ξεψυχώ, τελευτώ («όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει», Σολωμ.) 2. επιφέρω τον θάνατο, κάνω κάποιον να πεθάνει, συντελώ στο να πάψει κάποιος να ζει («τόν πέθαναν με τα βασανιστήρια») 3. αφαιρώ έμμεσα …   Dictionary of Greek

  • φλαμανδική τέχνη — Τέχνη που άνθησε στις περιοχές που αποτελούν το σημερινό Βέλγιο. Κάποτε το όνομα αυτό αποδιδόταν γενικά στην τέχνη των παλαιών Κάτω Χωρών, δηλαδή του Βελγίου και της Ολλανδίας μαζί, μέχρι τον πολιτικό χωρισμό τους από τον Φίλιππο B’ της Ισπανίας …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»